Κωστής Δρυγιανάκης – Άδηλα Και Κρύφια

 

Άδηλα και Κρύφια σε 200 αριθμημένα αντίτυπα, οργανωμένα σε 4 (άτιτλα) μέρη περίπου ίσης χρονικής διάρκειας, +- 20λεπτο δηλαδή. Σε ασκήσεις ισορροπίας μεταξύ της αντίληψής μας για τον ήχο και για τη μουσική, άρα σε σταθερή τροχιά γύρω από το μέχρι τώρα δρυγιανικό corpus (το οποίο αποδέχεται πως όλοι οι ήχοι είναι μουσικοί ήχοι) και με κλείσιμο ματιού προς τον 50ό ψαλμό του Δαβίδ: «τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι» για όσους δεν ξέρουν ή δεν έπιασαν με την πρώτη. Με έναν περαιτέρω (διακριτικό) σύνδεσμο προς τον χριστιανικό κόσμο να παρέχεται από τη βιβλική φιγούρα στο εξώφυλλο.

Πολλά πράγματα αναδύονται από το φόντο καθώς προχωράς και είναι γνώμη μου πως μόνο με ακουστικά μπορείς πραγματικά να προσηλωθείς στον συγκεκριμένο δίσκο –διαφορετικά, χάνεις αρκετά συστατικά του ή τέλος πάντων δεν αντιλαμβάνεσαι σε κάθε περίπτωση τις διασυνδέσεις, τους τρόπους με τους οποίους ο Δρυγιανάκης συγκολλά τα θραύσματά του. Το υπονοεί ίσως και ο τίτλος: έχεις να κάνεις με τα άδηλα και τα κρύφια εδώ, πρέπει επομένως να δώσεις έμφαση στην ανακάλυψή τους, δεν θα τα βρεις απλωμένα μπροστά σου.

Διάφορες επίσης μικρές λεπτομέρειες, έχουν την αξία τους. Όπως λ.χ. η παρουσία στον δίσκο του Νίκου Βελιώτη (τσέλο, βοήθεια στην παραγωγή), του Νικόλα Μαλεβίτση της Absurd πορείας (θόρυβοι), της Έλενας Κακαλιάγκου στο γαλλικό κόρνο (δες περισσότερα για ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής

της παρουσίας κάνοντας κλικ εδώ), αλλά και του Θανάση Χονδρού και της Αλεξάνδρας Κατσιάνη, στη δράση των οποίων με το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ οφείλουμε κάποια στιγμή να αναφερθούμε εκτενέστερα.

Όπως και προγενέστερες δισκογραφικές καταθέσεις του Δρυγιανάκη, έτσι και το Άδηλα Και Κρύφια ανήκει στο σύμπαν της musique concrète. Χλιδανή λοιπόν η ποικιλία των φυσικών και τεχνητών ήχων που καλούνται να συνθέσουν το «πορτραίτο» του. Την ίδια όμως στιγμή, ο Δρυγιανάκης έχει ενσωματώσει στην οπτική του και την κριτική του Pierre Boulez στη musique concrète. Μπορεί λοιπόν να κρατάει τη δομή και τη φιλοσοφία της σχολής, όμως πάντα ψάχνει για τη σωστή γωνία οργάνωσης όλων αυτών των ήχων. Τη βρίσκει, όπως τη βρίσκει κι εδώ.

Υπάρχει «κάτι» στον τρόπο που το ένα οδηγεί στο άλλο, μια βαθύτερη συνάφεια, μια υπόγεια επικοινωνία, μα και μια ευφυΐα. Τσεκάρετε ας πούμε το φινάλε του πρώτου μέρους, όπου όλα τελικά σβήνουν αφήνοντας μονάχα τον επαναλαμβανόμενο ήχο από το πτηνό να κυριαρχεί· και συγκρίνετε με το μονότονο τουίτ/τουίτ κάλεσμα στο «Liberig Min», από το Som Sakrifis των Mohamma

d (δες εδώ). Και όχι μόνο αυτό: ο Δρυγιανάκης προσπαθεί να εμπεριέχει κι εσένα, τον (όποιον) δυνητικό ακροατή. Παρότι δηλαδή το έδαφος είναι σίγουρα δυσπροσπέλαστο για το «μέσο αυτί»,  φροντίζει να μην είναι απροσπέλαστο. Η διαφορά ίσως φαίνεται μικρή και λεπτή, πάντως υφίσταται, δεν παίζουμε με τις λέξεις.

Ένα ακόμα στοιχείο που παίζει καθοριστικό ρόλο εδώ, είναι η επιλογή των θραυσμάτων. Μπορεί ο δίσκος να μοιάζει με μινωικό λαβύρινθο, όμως υπάρχει ένας μίτος της Αριάδνης να οδηγεί από την πρόσφατη ισοπέδωση της Γάζας (που έκανε ακόμα και υποστηρικτές του Ισραήλ να δυσφορήσουν έντονα) στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, από το Κομπάνι στην απόδραση της Hyeonseo Lee από τη Βόρεια Κορέα κι από εκεί στις ηχογραφήσεις της Riki van Boeschoten για τα παιδιά του ελληνικού Εμφύλιου και τις πολιτικές της μνήμης. Αναδύεται αν θέλετε μια κάποια πολιτικοποιημένη χροιά –έστω στο γενικόλογο πλαίσιο του «είμαστε με το underdog»– αν και πιστεύω πως πιο ακριβές θα ήταν να λέγαμε πως διακρίνεται μια ουμανιστική προσέγγιση στα επίγεια, η οποία και τελικ

ά ποτίζει τον καμβά των συγκεκριμένων ηχητικών πινάκων.

Χώρια δηλαδή που επιτυγχάνεται και μια θεατρική αίσθηση έτσι, αφού οι χρησιμοποιούμενες φωνές δεν κομίζουν μόνο μία ακόμα διάσταση του ήχου, μα κι ένα περιεχόμενο νοηματικό. Που με τη σειρά του καθιστά ακόμα πιο πλούσιο τον ήδη πλούσιο (σε στοιχεία, μα και ουσία) κόσμο του νέου δίσκου του Κωστή Δρυγιανάκη.